Στο τέλος του δρόμου με τα φανάρια υπήρχε ένα σπίτι που όλοι το προσπερνούσαν βιαστικά.
Είχε μια στραβή καμινάδα, μια αυλόπορτα που τραγουδούσε ίιι-άαα κάθε φορά που ακουμπούσε πάνω της ο αέρας, κι ένα μικρό παράθυρο ψηλά που έλαμπε στο χρώμα του ζεστού βουτύρου — παρόλο που εκεί μέσα δεν έμενε κανείς.
«Στοιχειωμένο», έλεγε ο φούρναρης, κι αλεύρωνε τα χέρια του.
«Στοιχειωμένο», έλεγε ο ταχυδρόμος, που έριχνε τα γράμματα από όσο μακριά έφτανε το χέρι του.
Όλοι βιάζονταν. Όλοι εκτός από τη Ρένα, που ήταν πέντε χρονών και τρία τέταρτα, και τη γάτα της την Πούλη, που δεν φοβήθηκε ποτέ στη ζωή της το σκοτάδι.
Ένα βράδυ βγήκε το φεγγάρι στρογγυλό και χαμηλό, όπως βγαίνει το φθινόπωρο, και η αυλόπορτα τραγούδησε ίιι-άαα — πιο λυπημένα απ' ό,τι συνήθως. Δυο φορές.
«Αυτός δεν είναι τρομακτικός θόρυβος», είπε η Ρένα. «Αυτός είναι μοναχικός θόρυβος.»
Η ουρά της Πούλης σηκώθηκε σαν ερωτηματικό, που στα γατίσια σημαίνει: πάμε να δούμε.
Το μονοπάτι ήταν στρωμένο φύλλα. Έκαναν κρατς.

«Το κρατς είναι απλώς τα φύλλα», είπε η Ρένα. Και ήταν.
Στην πόρτα, κάτι χτύπησε. Τοκ. Τοκ-τοκ.
«Το τοκ είναι απλώς η δαμασκηνιά», είπε η Ρένα, «που χτυπάει να την αφήσουμε να μπει.» Και ήταν: ένα λεπτό κλαδί, γυμνό και ευγενικό, που χτυπούσε το τζάμι.

Μέσα, η σκάλα είπε κριιιτς, ένα σκαλί τη φορά, σαν να ανέβαινε κάποιος λίγο πιο μπροστά τους.
«Το κριτς είναι απλώς η σκάλα», είπε η Ρένα, «που μας καλησπερίζει με την παλιά ξύλινη φωνή της.» Και ήταν.
Και τότε, από ψηλά ψηλά, ακούστηκε ένας ήχος που δεν ήταν ούτε φύλλα, ούτε δαμασκηνιά, ούτε σκάλα.
Κάποιος σιγοτραγουδούσε.
Τα αυτιά της Πούλης γύρισαν σαν δυο μικρά πιατάκια. Η Ρένα κρατήθηκε από την κουπαστή με τα δυο της χέρια κι ανέβηκε, κι ανέβηκε, κι ανέβηκε, ώσπου έφτασε στο μικρό παράθυρο με το βουτυρένιο φως.
Καθισμένο εκεί, με τα γόνατα μαζεμένα και τα δάχτυλα των ποδιών του να κρέμονται έξω από το περβάζι, ήταν το φεγγάρι.

«Ω», είπε το φεγγάρι. «Παρέα.»
Από κοντά δεν ήταν καθόλου μεγάλο. Ήταν περίπου στο μέγεθος μιας γάτας που κοιμάται, κι έλαμπε όπως λάμπει μια λάμπα πίσω από κουρτίνα.
«Κάθε νύχτα κάνω όλο τον γύρο του ουρανού», είπε το φεγγάρι, «και κάθε νύχτα, στο τέλος, έρχομαι εδώ να ξεκουραστώ. Είναι το πιο ήσυχο σπίτι του δρόμου.» Κοίταξε τα πόδια του. «Είναι και το πιο άδειο.»
«Γι' αυτό κλαίει η αυλόπορτα;» ρώτησε η Ρένα.
«Η αυλόπορτα δεν κλαίει», είπε το φεγγάρι. «Ελπίζει.»
Έτσι η Ρένα κάθισε στα σανίδια, και η Πούλη κάθισε στο περβάζι — ακριβώς εκεί που θα διάλεγε να καθίσει μια γάτα — και οι τρεις τους κοίταξαν τον δρόμο να αποκοιμιέται, ένα αναμμένο παράθυρο τη φορά.

Κι όταν η Ρένα γύρισε σπίτι, άφησε την αυλόπορτα λίγο ανοιχτή.
Τώρα, αν περάσεις κάποιο βράδυ από τον δρόμο με τα φανάρια, θα την ακούσεις πάλι να τραγουδάει. Αλλά άκου καλά.
Ίιι-άαα, κάνει, δυο φορές. Κι αυτός δεν είναι τρομακτικός θόρυβος, ούτε μοναχικός θόρυβος.
Αυτός είναι ένας θόρυβος που λέει: πέρασε μέσα.


